σταφυλῖνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σταφυλῖνος σταφυλίνω σταφυλῖνοι
Γενική σταφυλίνου σταφυλίνοιν σταφυλίνων
Δοτική σταφυλίν σταφυλίνοιν σταφυλίνοις
Αιτιατική σταφυλῖνον σταφυλίνω σταφυλίνους
Κλητική σταφυλῖνε σταφυλίνω σταφυλῖνοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταφυλῖνος < σταφυλή + -ῖνος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταφυλῖνος αρσενικό

  1. το καρότο
  2. το δαυκί
  3. η άμπελος, το αμπέλι
     συνώνυμα: βρυωνία
  4. έντομο, παρόμοιο σε μέγεθος με τη σφονδύλη

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883