καρωτόν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καρωτόν καρωτώ καρωτά
Γενική καρωτοῦ καρωτοῖν καρωτῶν
Δοτική καρωτ καρωτοῖν καρωτοῖς
Αιτιατική καρωτόν καρωτώ καρωτά
Κλητική καρωτόν καρωτώ καρωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρωτόν < αρχαία ελληνική κάρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρωτόν ουδέτερο

  1. δαυκί
  2. καρότο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: (αρχαία ελληνική ) σταφυλῖνος