καρωτόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καρωτόν καρωτώ καρωτά
Γενική καρωτοῦ καρωτοῖν καρωτῶν
Δοτική καρωτ καρωτοῖν καρωτοῖς
Αιτιατική καρωτόν καρωτώ καρωτά
Κλητική καρωτόν καρωτώ καρωτά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρωτόν < αρχαία ελληνική κάρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρωτόν ουδέτερο

  1. δαυκί
  2. καρότο
    Συνώνυμα: (αρχαία ελληνική ) σταφυλῖνος