Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατάκειμαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατάκειμαι < αρχαία ελληνική κατάκειμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + κείμαι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈta.ci.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κατάκειμαι

κατάκειμαι

  1. βρίσκομαι ξαπλωμένος στο έδαφος
  2. (ιατρική) είμαι κατάκοιτος, ασθενώ βαριά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατάκειμαι < κατά- + κεῖμαι

κατάκειμαι

  1. είμαι ξαπλωμένος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Γ, 1.15
    ἐπεὶ δὲ συνῆλθον, ἔλεξεν· Ἐγώ, ὦ ἄνδρες λοχαγοί, οὔτε καθεύδειν δύναμαι, ὥσπερ οἶμαι οὐδ᾽ ὑμεῖς, οὔτε κατακεῖσθαι ἔτι, ὁρῶν ἐν οἵοις ἐσμέν.
    Όταν μαζεύτηκαν, τους είπε: «Εγώ, λοχαγοί, ούτε να κοιμηθώ μπορώ, όπως νομίζω συμβαίνει και με σας, ούτε να είμαι άλλο ξαπλωμένος, βλέποντας σε ποιά κατάσταση βρισκόμαστε.
    Μετάφραση (1981): Γεώργιος Δ. Ζευγώλης. Αθήνα:ΟΕΔΒ @greeklanguage.gr
  2. είμαι κρυμμένος, παραμονεύω
  3. είμαι σε κατάσταση αποθήκευσης
  4. (ιατρική) ξαπλώνω ως ασθενής
  5. τεμπελιάζω
  6. ξαπλώνω κατά τη διάρκεια γεύματος
  7. (για στεριά) που βρίσκεται σε λοξή θέση ως προς τη θάλασσα