κερδοσκόπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερδοσκόπος κερδοσκόποι
γενική κερδοσκόπου κερδοσκόπων
αιτιατική κερδοσκόπο κερδοσκόπους
κλητική κερδοσκόπε κερδοσκόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερδοσκόπος < κέρδος + -σκόπος (< αρχαία ελληνική σκοπέω, -ῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερδοσκόπος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που επιδιώκει το οικονομικό κέρδος με κάθε μέσο, ακόμα και αθέμιτο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συμφεροντολόγος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]