κεχρί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κεχρί
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεχρί κεχριά
γενική κεχριού κεχριών
αιτιατική κεχρί κεχριά
κλητική κεχρί κεχριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεχρί < μεσαιωνική ελληνική κεχρί(ν) < κεγχρίον, υποκοριστικό του (αρχαία ελληνική ) κέγχρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεχρί ουδέτερο

  • (βοτανική) γενική ονομασία διαφόρων ποωδών φυτών της οικογένειας Αγρωστώδη (Graminae)· παράγουν μικρά εδώδιμα σπέρματα, που χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου ή των ζώων.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]