κέγχρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κέγχρος κέγχροι
γενική κέγχρου κέγχρων
αιτιατική κέγχρο κέγχρους
κλητική κέγχρε κέγχροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέγχρος < αρχαία ελληνική κέγχρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέγχρος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κέγχρος κέγχρω κέγχροι
Γενική κέγχρου κέγχροιν κέγχρων
Δοτική κέγχρ κέγχροιν κέγχροις
Αιτιατική κέγχρον κέγχρω κέγχρους
Κλητική κέγχρε κέγχρω κέγχροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέγχρος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέγχρος αρσενικό

  1. (βοτανική) κεχρί
  2. οτιδήποτε μοιάζει με κεχρί
  3. μικρός κόκκος
  4. αβγό ψαριού
  5. χάντρα
  6. «κριθαράκι» στο μάτι
  7. (ερπετολογία) είδος φιδιού με μικρά εξογκώματα στο δέρμα του
    συνώνυμα: κεγχρίας
  8. είδος μικρού διαμαντιού

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]