κιούριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιούριο < νεολατινική curium < Marie Curie (Μαρία Κιουρί) και Pierre Curie (Πιέρ Κιουρί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιούριο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 96 και χημικό σύμβολο το Cm
πτώση ενικός
ονομαστική κιούριο
γενική κιουρίου
αιτιατική κιούριο
κλητική κιούριο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]