κομμωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κομμωτής οι κομμωτές
      γενική του κομμωτή των κομμωτών
    αιτιατική τον κομμωτή τους κομμωτές
     κλητική κομμωτή κομμωτές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομμωτής < αρχαία ελληνική κομμωτής < κομμόω (καλλωπίζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομμωτής αρσενικό, κομμώτρια θηλυκό

  1. επαγγελματίας που ασχολείται με τις κομμώσεις, δηλ. το κόψιμο και το χτένισμα της κόμης, των μαλλιών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]