κομμωτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομμωτής κομμωτές
γενική κομμωτή κομμωτών
αιτιατική κομμωτή κομμωτές
κλητική κομμωτή κομμωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομμωτής < αρχαία ελληνική κομμωτής < κομμόω (καλλωπίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομμωτής αρσενικό, κομμώτρια θηλυκό

  1. επαγγελματίας που ασχολείται με τις κομμώσεις, δηλ. το κόψιμο και το χτένισμα της κόμης, των μαλλιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]