κουμπαράς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κουμπάρας

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουμπαράς κουμπαράδες
γενική κουμπαρά κουμπαράδων
αιτιατική κουμπαρά κουμπαράδες
κλητική κουμπαρά κουμπαράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουμπαράς < τουρκική kumbara < περσική خمبره (khum-barah) < خم (khum)
διάφοροι κουμπαράδες (1) σε σχήμα μικρού γουρουνιού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουμπαράς αρσενικό

  1. κλειστό αντικείμενο με μικρή σχισμή που χρησιμοποιείται για να ρίχνουμε χρήματα για αποταμίευση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]