αποταμίευση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποταμίευση αποταμιεύσεις
γενική αποταμίευσης
& αποταμιεύσεως
αποταμιεύσεων
αιτιατική αποταμίευση αποταμιεύσεις
κλητική αποταμίευση αποταμιεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποταμίευση < καθαρεύουσα αποταμίευσις < αποταμιεύω + -σις < ελληνιστική κοινή ἀποταμιεύομαι < αρχαία ελληνική ταμιεύω < ταμιεῖον < ταμίας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποταμίευση θηλυκό

  1. (οικονομία) η ενέργεια τού αποταμιεύω
  2. (οικονομία) το αποτέλεσμα τού αποταμιεύω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποταμίευμα, οικονομίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]