ταμιεῖον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ταμείο, ταμεῖον, ταμιών, ταμιῶν

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ταμιεῖον ταμιείω ταμιεῖα
Γενική ταμιείου ταμιείοιν ταμιείων
Δοτική ταμιεί ταμιείοιν ταμιείοις
Αιτιατική ταμιεῖον ταμιείω ταμιεῖα
Κλητική ταμιεῖον ταμιείω ταμιεῖα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταμιεῖον < τέμνω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (κόβω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταμιεῖον ουδέτερο

  1. θησαυροφυλάκιο
  2. κατάστημα
  3. αποθήκη
  4. υδροταμιευτήρας, δεξαμενή
  5. δωμάτιο, καμαράκι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]