κουρνάζος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κουρνάζος οι κουρνάζοι
      γενική του κουρνάζου των κουρνάζων
    αιτιατική τον κουρνάζο τους κουρνάζους
     κλητική κουρνάζε κουρνάζοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρνάζος < (άμεσο δάνειο) τουρκική kurnaz + -ος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kuɾˈna.zos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κουρ‐νά‐ζος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρνάζος αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]