λοιμοκαθαρτήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λοιμοκαθαρτήριο λοιμοκαθαρτήρια
γενική λοιμοκαθαρτηρίου λοιμοκαθαρτηρίων
αιτιατική λοιμοκαθαρτήριο λοιμοκαθαρτήρια
κλητική λοιμοκαθαρτήριο λοιμοκαθαρτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λοιμοκαθαρτήριο < λοιμός + καθαρτήριο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λοιμοκαθαρτήριο ουδέτερο

  • χώρος κοντά σε λιμάνι για την υποδοχή και προσωρινή απομόνωση των ταξιδιωτών που έφταναν με πλοίο σε περίπτωση που είχε εκδηλωθεί επιδημία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]