λωρένσιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λωρένσιο < νεολατινική lawrencium < Έρνεστ Λόρενς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λωρένσιο ουδέτερο

  1. (χημεία) ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 103 και χημικό σύμβολο το Lr
πτώση ενικός
ονομαστική λωρένσιο
γενική λωρενσίου
αιτιατική λωρένσιο
κλητική λωρένσιο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]