μαρασκίνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρασκίνο μαρασκίνα
γενική μαρασκίνου μαρασκίνων
αιτιατική μαρασκίνο μαρασκίνα
κλητική μαρασκίνο μαρασκίνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρασκίνο < ιταλική maraschino

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρασκίνο ουδέτερο

  1. το ξινό κεράσι ή βύσσινο (prunus cerasus) του είδους marasca, που κατοπιν επεξεργασίας χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική ή στην ποτοποιϊα, αυτοφυούς στην Κροατία -καλλιεργείται πλέον και αλλού
  2. το λικέρ που έχει ως βασικό αρωματικό και γευστικό συστατικό του το είδος marasca και που έγινε γνωστό στην Ελλάδα από την Ιταλία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]