μεγαλειότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεγαλειότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεγαλειότης από την αιτιατική ενικού «τὴν μεγαλειότητα», σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική majesté
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.ɣa.liˈo.ti.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐γα‐λει‐ό‐τη‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεγαλειότητα θηλυκό
- (προσφώνηση) → δείτε με κεφαλαία: Μεγαλειότητα, Μεγαλειότης, Αυτού Μεγαλειότητα, Αυτού Μεγαλειότης, Αυτής Μεγαλειόττηα, Αυτής Μεγαλειότης και Αυτών Μεγαλειότητες
- (λόγιο) μεγαλείο, λαμπρότητα, αίγλη
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μεγαλειότητα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μεγαλειότητα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]μεγαλειότητα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)