μεζονέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεζονέτα μεζονέτες
γενική μεζονέτας μεζονετών
αιτιατική μεζονέτα μεζονέτες
κλητική μεζονέτα μεζονέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεζονέτα < αγγλική maisonette + < γαλλική maisonette < maison + -ette < λατινικά mansio < maneo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *men-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεζονέτα θηλυκό

  • διώροφη μονοκατοικίαδιαμέρισμα) με εσωτερική σκάλα
    Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.00 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (*)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]