μεζονέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεζονέτα οι μεζονέτες
      γενική της μεζονέτας των μεζονετών
    αιτιατική τη μεζονέτα τις μεζονέτες
     κλητική μεζονέτα μεζονέτες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεζονέτα < αγγλική maisonette + < γαλλική maisonette < maison + -ette < λατινικά mansio < maneo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *men-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεζονέτα θηλυκό

  • διώροφη μονοκατοικίαδιαμέρισμα) με εσωτερική σκάλα
    Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.000 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (*)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]