μεσουράνημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μεσουράνημα τα μεσουρανήματα
      γενική του μεσουρανήματος των μεσουρανημάτων
    αιτιατική το μεσουράνημα τα μεσουρανήματα
     κλητική μεσουράνημα μεσουρανήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσουράνημα < αρχαία ελληνική μεσουρανῶ < μεσ- + ουρανός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.su.ˈɾa.ni.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσουράνημα ουδέτερο

  1. η στιγμή που ένα ουράνιο σώμα περνάει από το μεσημβρινό ενός τόπου
    να κοίτα το μεσουράνημα του ήλιου!
  2. το αποκορύφωμα, το ζενίθ της ζωής, της καριέρας κ.λπ. κάποιου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]