μετακλητός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μετάκλητος, μετακλητέος, ανακλητός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μετακλητός μετακλητή μετακλητό
γενική μετακλητού μετακλητής μετακλητού
αιτιατική μετακλητό μετακλητή μετακλητό
κλητική μετακλητέ μετακλητή μετακλητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μετακλητοί μετακλητές μετακλητά
γενική μετακλητών μετακλητών μετακλητών
αιτιατική μετακλητούς μετακλητές μετακλητά
κλητική μετακλητοί μετακλητές μετακλητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετακλητός < μετακαλώ + -τός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μετακλητός, -ή, -ό

  1. που έχει μετακληθεί ή μπορεί να μετακληθεί
  2. (ειδικότερα) που καλείται λόγω εξειδίκευσης ή επιστημονικής κατάρτισης να προσφέρει είτε την τέχνη του είτε τις επιστημονικές του γνώσεις.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]