Μετάβαση στο περιεχόμενο

μηχανάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μηχανάκι τα μηχανάκια
      γενική — —
    αιτιατική το μηχανάκι τα μηχανάκια
     κλητική μηχανάκι μηχανάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μηχανάκι < μηχανή + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μηχανάκι ουδέτερο

  1. μοτοποδήλατο
    ※  Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ιστορία ενός νεαρού gamer, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. μικρός υπολογιστής τσέπης που μπορεί να εκτελεί αριθμητικές πράξεις
  3. (παρωχημένο) το φλιπεράκι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]