Μετάβαση στο περιεχόμενο

μινιμαλισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μινιμαλισμός οι μινιμαλισμοί
      γενική του μινιμαλισμού των μινιμαλισμών
    αιτιατική τον μινιμαλισμό τους μινιμαλισμούς
     κλητική μινιμαλισμέ μινιμαλισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μινιμαλισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική minimalisme < minimal + -isme (-ισμός) < λατινική minimus (ελάχιστος)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mi.ni.ma.liˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: }μινιμαλισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μινιμαλισμός αρσενικό

  1. (τέχνη) μια κίνηση στη σύγχρονη τέχνη που επιδιώκει την οικονομία, το μίνιμαλ, κυρίως στο χώρο των εικαστικών και της μουσικής [2]
  2. (μεταφορικά) ένα έργο από το οποίο έχει εκλείψει κάθε τι περιττό και υπάρχουν μέσα σε αυτό μόνο τα βασικά και αναγκαία στοιχεία [3]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μινιμαλισμός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. μινιμαλισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  3. μινιμαλισμός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)