μπαμπούλας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαμπούλας μπαμπούλες
γενική μπαμπούλα
αιτιατική μπαμπούλα μπαμπούλες
κλητική μπαμπούλα μπαμπούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαμπούλας μεσαιωνική ελληνική μπαμπούλας, αβέβαιου ετύμου[1], πιθανόν από τη μεσαιωνική ελληνική μπούλα ("πέπλος, γυναίκα καλυμένη με πέπλο")[2] ή από την αρχαία ελληνική βομβυλιός, βόμβος. Ίσως παιδική λέξη[3]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /baˈbu.las/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαμπούλας ουδέτερο (πληθυντικός : μπαμπούλες)

  • φανταστικό στοιχείο με το οποίο οι «μεγάλοι» φοβερίζουν τα παιδιά.
    Ο μπαμπούλας θα έρθει και θα σε φάει!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. μπαμπούλας στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.