Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπουφόνικος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μπουφόνικος η μπουφόνικη το μπουφόνικο
      γενική του μπουφόνικου της μπουφόνικης του μπουφόνικου
    αιτιατική τον μπουφόνικο την μπουφόνικη το μπουφόνικο
     κλητική μπουφόνικε μπουφόνικη μπουφόνικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μπουφόνικοι οι μπουφόνικες τα μπουφόνικα
      γενική των μπουφόνικων των μπουφόνικων των μπουφόνικων
    αιτιατική τους μπουφόνικους τις μπουφόνικες τα μπουφόνικα
     κλητική μπουφόνικοι μπουφόνικες μπουφόνικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπουφόνικος < μπουφόν(ος) + κατάληξη -ικος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /buˈfo.ni.kos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπουφόνικος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μπουφόνικος, -η, -ο

  1. χαρακτηρισμός θεατρικού έργου ή ρόλου που έχει μοναδικό σκοπό να προκαλέσει γέλιο
  2. υπερβολικά αστείος, κωμικός, γελοίος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • μπουφόνος (& μπουφόνικος) - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)