νανισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νανισμός νανισμοί
γενική νανισμού νανισμών
αιτιατική νανισμό νανισμούς
κλητική νανισμέ νανισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νανισμός < νάνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νανισμός αρσενικό

  1. να είναι κάποιος νάνος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]