νοημοσύνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοημοσύνη νοημοσύνες
γενική νοημοσύνης νοημοσυνών
αιτιατική νοημοσύνη νοημοσύνες
κλητική νοημοσύνη νοημοσύνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοημοσύνη < νοήμων + -οσύνη < αρχαία ελληνική νοήμων < νοέω / νοῶ < νόος / νοῦς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔ.i.mɔ.ˈsi.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νοημοσύνη θηλυκό

  1. χαρακτηριστικό όντων ικανά για στρατηγική απομνημόνευση και τελεολογική επίλυση.
    • Ο Einstein ήταν άνθρωπος εξαιρετικής νοημοσύνης
    • Οι άνθρωποι με σύνδρομο Down δυσκολεύονται να βρουν δουλειά λόγω της χαμηλής νοημοσύνης τους.
    • "Η νοημοσύνη παράγει σκέψη και η σκέψη γνώση."
    • Τα ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη προσαρμόζονται στο περιβάλλον τους.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]