νοημοσύνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νοημοσύνη < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /nɔ.i.mɔ.ˈsi.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νοημοσύνη θηλυκό

  1. να μπορεί κάποιος να σκέφτεται
    Ο άνθρωπος διακρίνεται από τα άλλα ζώα εξ αιτίας της νοημοσύνης του, ώστε αν και σωματικά αδύναμος κατάφερε να βελτιώσει τη ζωή του σε σχέση με τα υπόλοιπα ζώα.
  2. μέγεθος που μετράει πόσο πολύ μπορεί κάποιος να σκέφτεται
    Η γνώση, η φαντασία, η διανόηση, η απομνημόνευση, η δημιουργικότητα, η εφευρετικότητα όλα αυτά δείχνουν την υψηλή νοημοσύνη κάποιου ανθρώπου.

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]