ξυλάγγουρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξυλάγγουρο τα ξυλάγγουρα
      γενική του ξυλάγγουρου των ξυλάγγουρων
    αιτιατική το ξυλάγγουρο τα ξυλάγγουρα
     κλητική ξυλάγγουρο ξυλάγγουρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Armenian cucumbers.jpeg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυλάγγουρο < ξύλο + -ο- + αγγούρι (< μεσαιωνική ελληνική αγγούρι(ν) < ελληνιστική κοινή ἀγγούριον < ἄγγουρον < αραβική آجُرّ (ʾājurr) < αραμαϊκή 𐡓𐡅𐡂𐡀 ‎(*ʾaggor /ʾgwr/) < ακκαδική 𒅇𒆪𒊒𒌝 (agurru, ukurru) < σουμεριακή ‎al.ùr.(r)a) + -ο

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksi.ˈlaŋ.ɟu.ɾɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξυλάγγουρο ουδέτερο

  1. (βοτανική) (γαστρονομία) ποικιλία αγγουριού
     συνώνυμα: αντζούρι
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος άχαρος, που δεν ξέρει πώς να σταθεί και να μιλήσει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]