αγγούρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγούρι αγγούρια
γενική αγγουριού αγγουριών
αιτιατική αγγούρι αγγούρια
κλητική αγγούρι αγγούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγγούρι < ἀγγούριν < ἀγγούριον, υποκοριστικό του ἄγγουρος < ἄγουρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φέτες αγγουριού

αγγούρι ουδέτερο

  • ο κυλινδρικός κι επιμήκης καρπός της αγγουριάς, με άσπρη και τραγανή σάρκα που τρώγεται ωμός σε σαλάτες ή σε τουρσί
  • (μεταφορικά) κάτι εξαιρετικά δύσκολο
  • (μεταφορικά) ο άνθρωπος που δεν έχει κοινωνική ή πνευματική ευελιξία
καθόταν και κοιτούσε σαν αγγούρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]