πέδικλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέδικλο πέδικλα
γενική πεδίκλου πεδίκλων
αιτιατική πέδικλο πέδικλα
κλητική πέδικλο πέδικλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέδικλο < μεσαιωνική ελληνική πέδικλον < λατινική pedica < pes < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pṓds

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέδικλο ουδέτερο

  • σχοινί ή ξύλο με το οποίο δένονται τα μπροστινά πόδια ενός ζώου, ώστε να δυσκολεύεται στις κινήσεις και να μην μπορεί να απομακρυνθεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]