πίσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: πῖσος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πίσος πίσω πίσοι
Γενική πίσου πίσοιν πίσων
Δοτική πίσ πίσοιν πίσοις
Αιτιατική πίσον πίσω πίσους
Κλητική πίσε πίσω πίσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίσος. Σκοτεινό έτυμο. Πιθανόν ξένη λέξη (θρακο-φρυγική)[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίσος αρσενικό

  1. (βοτανική) πίσον, μπιζελιά
  2. μπιζέλι

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Σταματάκος, Ιωάννης. Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Αθήνα: Βιβλιοπρομηθευτική, 1999. (1972)