παπάζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παπάζι τα παπάζια
      γενική του παπαζιού των παπαζιών
    αιτιατική το παπάζι τα παπάζια
     κλητική παπάζι παπάζια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παπάζι < τουρκικά: papazi (tr) (λεπτό μεταξωτό ύφασμα) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παπάζι και παπάδι ουδέτερο (δημοτική)

  1. το πλέγμα που συνδέει τη φούντα με το φέσι
  2. η φούντα τού φεσιού και ιδίως τών ναυτικών
  3. (συνεκδοχικά) το φέσι και ιδίως τών γυναικών
  4. (ναυτικός όρος) στουπί που χρησιμοποιείται για το σφουγγάρισμα του καταστρώματος πλοίου
     συνώνυμα: ιππούραιον (καθαρεύουσα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]