πασιφισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πασιφισμός πασιφισμοί
γενική πασιφισμού πασιφισμών
αιτιατική πασιφισμό πασιφισμούς
κλητική πασιφισμέ πασιφισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασιφισμός < γαλλική pacifisme + -ισμός < pacifique < λατινική pacificus < pax + facio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πασιφισμός αρσενικό

  • η θεωρία που πρεσβεύει ότι η ανθρώπινη επικοινωνία πρέπει να καθορίζεται από ειρηνικές παρά από βίαιες ή εμπόλεμες σχέσεις και οι διαφορές πρέπει να διευθετούνται με ειρηνικά μέσα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]