Μετάβαση στο περιεχόμενο

πελεκούδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πελεκούδι τα πελεκούδια
      γενική του πελεκουδιού των πελεκουδιών
    αιτιατική το πελεκούδι τα πελεκούδια
     κλητική πελεκούδι πελεκούδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πελεκούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πελεκούδ(α) + < αρχαία ελληνική πελεκάω/πελεκῶ + -ούδα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pelekúði/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πελεκούδι ουδέτερο

  • (λαϊκό) το μικρό ξυλαράκι που περισσεύει από το πελέκημα του ξύλου, η σχίζα
      Κι ἐπετάχτηκε ἕνα πελεκούδι κι ἐβρῆκε μιὰ ἀπὸ τὶς ἀδελφὲς τῶν ̓Αποστόλων μὲς στὸ μάτι (Δημήτρης Σ. Λουκάτος, Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1977, σελ. 102)
      Πήγαιναν δηλ. οι μάγισσες τη νύχτα και κρυφά έκοβαν ένα μικρό πελεκούδι από την πόρτα του σπιτιού ψιθυρίζοντας λόγια μαγικά, για να πάρουν το βιός του γείτονα, του συγχωριανού τους (ΣΤ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου, 7-10 Μαΐου 1989, Πρακτικά, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών, σελ. 299)
      Κάθισε και στίχο στίχο
    πάνου στο βρεμένον τοίχο,
    γράφει μ’ ένα πελεκούδι
    το στερνό του το τραγούδι
    (Κώστας Βάρναλης, Στερνή του γνώση, Ελεύθερος Κόσμος / Πάρεργα, Εκδ. Κέδρος, 1965)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]