περισκοπικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περισκοπικός περισκοπική περισκοπικό
γενική περισκοπικού περισκοπικής περισκοπικού
αιτιατική περισκοπικό περισκοπική περισκοπικό
κλητική περισκοπικέ περισκοπική περισκοπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περισκοπικοί περισκοπικές περισκοπικά
γενική περισκοπικών περισκοπικών περισκοπικών
αιτιατική περισκοπικούς περισκοπικές περισκοπικά
κλητική περισκοπικοί περισκοπικές περισκοπικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περισκοπικός < περισκόπιο / περισκόπηση + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περισκοπικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το περισκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. που έχει σχέση με την περισκόπηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]