περισσεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περισσεύω < αρχαία ελληνική περισσεύω < περισσός / περιττός < περί < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

περισσεύω

  1. απομένω ως υπόλοιπο
    ξόδεψα πολλά σήμερα και μου περίσσεψαν από το μισθό μου μόνο 50 ευρώ
  2. είμαι περιττός, δεν χρειάζομαι σε κανέναν
    αυτή τη στιγμή τα λόγια περισσεύουν· πρέπει να δράσουμε
    συνώνυμα: περιττεύω
  3. βρίσκομαι σε μεγάλη ποσότητα
    εδώ μέσα τα μεγάλα λόγια περισσεύουν, αλλά πραγματικά καλές προθέσεις δεν υπάρχουν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περισσεύω < περισσός / περιττός < περί < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

περισσεύω

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]