περιττωματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περιττωματικός < αρχαία ελληνική περιττωματικός < περίττωμα
Επίθετο
[επεξεργασία]περιττωματικός
- που έχει σχέση με περιττώματα ή αναφέρεται σ’ αυτά