περιωπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιωπή < περί + -ωψ του μέλ. όψομαι και πρκ. όπωπα του ρ. ορώ= βλέπω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιωπή θηλυκό, μέρος ψηλό από όπου κανείς βλέπει μακράν και ολόγυρα, τόπος περίοπτος

μεταφορικά[επεξεργασία]

«άνθρωπος υψηλής περιωπής», μεγάλης αξίας, καταγωγής...

Εκφράσεις[επεξεργασία]

«από περιωπής», αφ΄ υψηλού χωρίς προκαταλήψεις, αντικειμενικά: «εξετάζω τα πράγματα από περιωπής».


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]