περίοπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περίοπτος περίοπτη περίοπτο
γενική περίοπτου περίοπτης περίοπτου
αιτιατική περίοπτο περίοπτη περίοπτο
κλητική περίοπτε περίοπτη περίοπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περίοπτοι περίοπτες περίοπτα
γενική περίοπτων περίοπτων περίοπτων
αιτιατική περίοπτους περίοπτες περίοπτα
κλητική περίοπτοι περίοπτες περίοπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίοπτος < ελληνιστική κοινή περίοπτος < αρχαία ελληνική περιοράω / περιορῶ < ὁράω / ὁρῶ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περίοπτος -η -ο

  1. που είναι ορατός απο παντού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εμφανής, ευδιάκριτος, περίβλεπτος
    περίοπτη θέση
  2. (μεταφορικά) εξέχων, σπουδαίος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]