περίβλεπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο περίβλεπτος η περίβλεπτη το περίβλεπτο
      γενική του περίβλεπτου της περίβλεπτης του περίβλεπτου
    αιτιατική τον περίβλεπτο την περίβλεπτη το περίβλεπτο
     κλητική περίβλεπτε περίβλεπτη περίβλεπτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι περίβλεπτοι οι περίβλεπτες τα περίβλεπτα
      γενική των περίβλεπτων των περίβλεπτων των περίβλεπτων
    αιτιατική τους περίβλεπτους τις περίβλεπτες τα περίβλεπτα
     κλητική περίβλεπτοι περίβλεπτες περίβλεπτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίβλεπτος < πέριξ + βλέπω

Επίθετο[επεξεργασία]

περίβλεπτος, -η, -ο

  1. (γεωγραφία), (τεχνολογία), (ναυτικός όρος): ο ορατός σε όλο τον ορίζοντα, ή σε 360 μοίρες
    περίβλεπτος φανός
  2. (γλυπτική) ο τρισδιάστατος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]