πνευματισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πνευματισμός οι πνευματισμοί
      γενική του πνευματισμού των πνευματισμών
    αιτιατική τον πνευματισμό τους πνευματισμούς
     κλητική πνευματισμέ πνευματισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνευματισμός < πνεύμα + επίθημα -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) spiritisme)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πνευματισμός αρσενικό

  1. θεωρία σύμφωνα με την οποία, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορεί να επιτευχθεί επικοινωνία μεταξύ ζωντανών και πνευμάτωνψυχών) νεκρών προσώπων.
  2. οι διαδικασίες μέσω των οποίων επιτυγχάνεται αυτή η επικοινωνία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]