ποζάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποζάτος < πόζα

Επίθετο[επεξεργασία]

ποζάτος, -η, -ο

  1. που παίρνει μια προσποιητή στάση ώστε να εντυπωσιάσει


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]