πολυμερές
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πολυμερές | τα | πολυμερή |
| γενική | του | πολυμερούς | των | πολυμερών |
| αιτιατική | το | πολυμερές | τα | πολυμερή |
| κλητική | πολυμερές | πολυμερή | ||
| Συχνά στον πληθυντικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «αιλουροειδές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολυμερές < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πολυμερής, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική polymère < αρχαία ελληνική πολυμερής[1] < πολυ- + -μερής
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /po.li.meˈɾes/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐λυ‐με‐ρές
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πολυμερές ουδέτερο
- χημική ένωση με μεγάλα μόρια (μακρομόρια), τα οποία σχηματίζονται από σύνδεση πολλών όμοιων μικρών μορίων (μονομερή)
- ※ υπάρχει παγκόσμια τάση υποκατάστασης του PVC με πολυμερή που τα χαρακτηριστικά αντοχής στην καύση θα προσδίδουν ανόργανα fillers (π.χ. υδροξείδιο του μαγνησίου, υδροξείδιο αργιλίου, χουντίτης, υδρομαγνησίτης). (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 67)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πολυμερής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αιλουροειδές' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα πολυ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χημικές ενώσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)