πολύγλωσσος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολύγλωσσος < πολύς + γλώσσα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολύγλωσσος, -η, -ο

  1. που μιλάει πολλές ξένες γλώσσες
  2. που παρουσιάζει ένα κείμενο σε πολλές ξένες γλώσσες
    πολύγλωσσο λεξικό


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]