προβληματισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προβληματισμός < προβληματίζομαι + -μός
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προβληματισμός αρσενικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβληματίζομαι
- ※ Στις αρχαίες κοινωνίες η κτιστή Φύση λατρευόταν ως θεός, γιατί ο άνθρωπος δεν είχε κατορθώσει να τη δαμάσει. Σήμερα κυριαρχεί η πίστη στην παντοδυναμία της τεχνολογίας. Ο τεχνολογισμός προκαλεί νέους ηθικούς προβληματισμούς που δεν αφορούν μόνο το φυσικό περιβάλλον, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο. (Κωνσταντίνος Λιάκουρας, Αθανάσιος Γλάρος, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες και Θεολόγοι της Εκκλησίας, τεύχος B΄, Γ´ Εκκλησιαστικού Γυμνασίου, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, αναθεωρημένη έκδοση 51-00009, ISBN 978-960-06-6218-4, ανακτήθηκε στις 18/1/2026 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις προβληματίζω, πρόβλημα και βάλλω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προβληματισμός