προκάτοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η προκάτοχος οι προκάτοχοι
      γενική του/της
του
προκατόχου
προκάτοχου
των προκατόχων
    αιτιατική τον/την προκάτοχο τους/τις προκατόχους
     κλητική προκάτοχε προκάτοχοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, μόνο για το αρσενικό.
όπως «μέτοχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προκάτοχος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

προκάτοχος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό και προκάτοχη)

  • αυτός που κατείχε τη θέση μου πριν από μένα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]