σίτιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σίτιση σιτίσεις
γενική σίτισης
& σιτίσεως
σιτίσεων
αιτιατική σίτιση σιτίσεις
κλητική σίτιση σιτίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σίτιση < σίτος + -ση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsi.ti.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σίτιση θηλυκό

  1. η παροχή και η λήψη τροφής
    Το Πανεπιστήμιο παρέχει δωρεάν σίτιση στους φοιτητές ( http://www.uoa.gr/foithtes/paroxes-drasthriothtes/sitish-foithton.html )

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]