σαγανάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγανάκι < σαγάνι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαγανάκι ουδέτερο

  1. μικρό τηγάνι
  2. έδεσμα παρασκευασμένο σε μικρό τηγάνι
  3. (ειδικότερα) τυρί τηγανισμένο, (γραβιέρα ή κεφαλοτύρι), και συνήθως βουτηγμένο σε κουρκούτι, ή τηγανισμένα αβγά με ντομάτα, γαρίδες με ντομάτα, μύδια με ντομάτα, λουκάνικα με αβγά και ντομάτα, κ.ά.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]