τηγάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Τηγάνι

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τηγάνι τα τηγάνια
      γενική του τηγανιού των τηγανιών
    αιτιατική το τηγάνι τα τηγάνια
     κλητική τηγάνι τηγάνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τηγάνι < (ελληνιστική κοινήτηγάνιον, υποκοριστικό του τήγανον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tiˈɣa.ni/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τηγάνι ουδέτερο

τηγάνι
  1. (κουζινικά) οικιακό σκεύος που χρησιμοποιείται για τηγάνισμα ή σοτάρισμα
  2. (αργκό, αθλητισμός) το γήπεδο Καραϊσκάκη, έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ολυμπιακού Πειραιώς (οι οπαδοί του οποίου έχουν το παρατσούκλι «γάβροι»)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]