σεντούκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σεντούκι τα σεντούκια
      γενική του σεντουκιού των σεντουκιών
    αιτιατική το σεντούκι τα σεντούκια
     κλητική σεντούκι σεντούκια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεντούκι < μεσαιωνική ελληνική σεντούκιν < αραβική صُنْدُوْق (ʂundūq, κουτί) [1] (βλέπε και τουρκικό sandık, σερβοκροατικό sanduk)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεντούκι ουδέτερο

  1. ξύλινο μπαούλο
    σεντούκι θησαυρού

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]