σεξομανής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σεξομανής σεξομανής σεξομανές
γενική σεξομανούς σεξομανούς σεξομανούς
αιτιατική σεξομανή σεξομανή σεξομανές
κλητική σεξομανή(ς) σεξομανής σεξομανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σεξομανείς σεξομανείς σεξομανή
γενική σεξομανών σεξομανών σεξομανών
αιτιατική σεξομανείς σεξομανείς σεξομανή
κλητική σεξομανείς σεξομανείς σεξομανή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεξομανής < σεξ + -ο- + -μανής ( < μανία)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σεξομανής, -ής, -ές

  • που επιδιώκει με μανία τη σύναψη σεξουαλικών επαφών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]