Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκοροκτόνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η σκοροκτόνος το σκοροκτόνο
      γενική του/της σκοροκτόνου του σκοροκτόνου
    αιτιατική τον/τη σκοροκτόνο το σκοροκτόνο
     κλητική σκοροκτόνε σκοροκτόνο
 πτώσεις   πληθυντικός  
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκοροκτόνοι τα σκοροκτόνα
      γενική των σκοροκτόνων των σκοροκτόνων
    αιτιατική τους/τις σκοροκτόνους τα σκοροκτόνα
     κλητική σκοροκτόνοι σκοροκτόνα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «εμβολοφόρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκοροκτόνος < σκοροκτόνο + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

σκοροκτόνος, -ος, -ο

  1. που συμβάλλει στην καταπολέμηση του σκόρου
  2. (ουσιαστικοποιημένο) σκοροκτόνο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]